letras.top
a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z 0 1 2 3 4 5 6 7 8 9 #

letra de city of god - the bad poetry social club (grc)

Loading...

moody

αυτή η πόλη στην πραγματικότητα δεν ανήκει καν στο θεό
tην κληρονόμησαν κάτι ανίψια όταν πέθανε
κι από τότε αλλάζει χέρια συνεχώς
απλά κρατάει τον τίτλο τιμητικά

κάθε καινούριος ιδιοκτήτης υπόσχεται πολλά πράγματα
κι ορκίζεται ένα:
να την παραδώσει πιο άσχημη απ’ ότι την πήρε

μέχρι τώρα όλοι οι ιδιοκτήτες κρίνονται πετυχημένοι
κι έτσι, όπως και η πόλη
κρατάνε τον τίτλο του επίτιμου

και το γιορτάζουν κάθε μέρα
κόβουν κορδέλες στις άσχημες πολυκατοικίες που έχτισε η χούντα στον άγιο παντελεήμονα στα σεπόλια και γύρω απ’ την πατησίων
μαζεύουν καλό κόσμο στις ταράτσες και παρτάρουν με τσάι συμπάθεια και ανθρώπινο κρέας κομμένο
από απ’ τα σώματα αυτών που το σερβίρουν

δυνατή μουσική κρασί και xtc
γαμιούνται σαν τα ζώα κι όταν γίνει καμία στραβή πετάνε τα εκτρώματά τους στα τυφλά από ψηλά όπως τις σκουπιδοσακούλες τους
όσα προσγειώνονται τρώνε τα αποφάγια μας και μεγαλώνουνε, γίνονται παιδιά. γιγαντιαία παιδιά που μπλοκάρουν την κυκλοφορία με τα γιγαντιαία lego τους, παίζουνε άτσαλα
και χύνουνε παντού μπογιές
ή αίμα αν βρεθεί εύκαιρο
η πόλη δε λέει κάτι για όλα αυτά
αφού δεν της παίρνουν τον τίτλο

κι εμείς θα λέγαμε κάτι
αλλά δεν ήμασταν ποτέ στα σπίτια μας
για να ακούσουμε τη φασαρία και να μας ενοχλήσει

ήμασταν δουλειά
στα μαγαζιά των ιδιοκτητών της πόλης του θεού
για να τους πληρώσουμε τα κοινόχρηστα


π.ι.ε.β

όταν ανθίζουν τα εναπομείναντα δέντρα εδώ
μυρίζει σπέρμα στον κεντρικό
ελλειπτικό επεισόδιο, η αποχώρηση την περσεφόνης
το σύνδρομο της στοκχόλμης

όπου και αν ταξιδέψουμε γυρνάμε εδώ, πάντοτε
αυτή η πόλη είναι πουτάνα
τόσο όμορφη
μα όλοι ντρέπονται κατά βάθος για αυτήν
και όταν οι ζωές τους πάνε στράφι, τρέχουν στα κρυφά, να βρουν ζεστασιά, στην κρύα της αγκαλιά
σε ένα ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι
είναι σκληρή
μα δεν μας λέει ποτέ όχι, δεν μας έχει αρνηθεί το οτιδήποτε
αρκεί να μπορούμε να ματώσουμε για αυτό
γιατί αυτή μονάχα ξέρει πως να παίρνει κάθε φορά αυτό που θέλει από εμάς

γράφουμε προσευχές, για έναν τόπο που δεν γνωρίσαμε ποτέ πραγματικά
και μας πονάει
σαν χωρισμένη μάνα που αγαπάει τον εραστή της
παραπάνω από το παιδί της

νιώθω ανήμπορος και ορφανός σαν καρυάτιδα, μαρμαρωμένος στο κέντρο της πόλης
κάπου μέσα μου σπασμένος, ”πως να αγκαλιάσεις με ένα κομμένο χέρι”
εκτός από όσες ερωτεύτηκα ακόμη και ο έλγιν με ξέχασε
δεν είπε αντίο
δε με ανέβασε ποτέ στο πλοίο

δεν πιστεύω σε καμία πατρίδα εγώ
όμως αν με κόψεις ως το σημείο που να αιμορραγώ
το άθρoισμα των λίτρων του αίματος μου θα ισούται
με το άθροισμα των αριθμών, που αντιστοιχούν σε κάθε γράμμα, της λέξης αθήνα

κάποια στιγμή θα πάψω να γράφω θλιμμένα
και ίσως κάπου να χάσω την τόση σοβαρότητα μου
και να σου πω την αλήθεια το ελπίζω
μα προς το παρόν δεν μετακομίζω

fâné
η πόλη μου είναι μια πόλη δανειστική
ξέρει να δίνει με τόκους
και να τους επιστρέφει πίσω τυλιγμένους με μεταξωτές κορδέλες
και γω καθε φορά πείθομαι για την αγάπη της
μου ‘χει λιώσει πολλά ζευγάρια παπούτσια για να με αφήσει να τη μάθω
με ‘χει αντικρίσει με δάκρυα στα μάτια μιλώντας για τα αμβλωμένα παιδιά μας
πριν μάθω ότι είναι στείρα
ξυπνά όταν εγώ κοιμάμαι
μου ζωγραφίζει μουστάκια και εξαφανίζεται πριν προλάβω να τη δω
τρέχει πίσω από γριές στο μετρό να περάσει τις ράμπες
γιατί έχει δώσει τα τελευταία τις ψιλά σε ζέστες μπύρες
και όταν δεν έχει διάθεση βάζει το χέρι της μέχρι τον οισοφάγο μου
και ‘γω ξερνάω όλα τα παιδικά μου χρόνια στις πλατείες της
τις τυρόπιτες κουρού στο κυλικείο
τις κρυψώνες κάτω από τραπέζια σε ταβέρνες
και τους σεμέδες πάνω σε τηλεοράσεις σπίτι κάποιας θείας
ώσπου να μείνω μόνο με τα βρώμικα πεζοδρόμιά της
που μου ‘χουν κάτσει σαν κοτρώνες στο στομάχι
χρόνια τώρα
και ‘κείνη απλά με κοιτάει απ’ τη γωνία του δωματίου και γελάει
και ενώ σου ορκίζομαι πως θέλω τόσο πολύ να της κουμπώσω ένα μπουκέτο στη μούρη
έχει ένα γέλιο τόσο όμορφο
ένα γέλιο που φέρνει πίσω σεμεδάκια
μου υπόσχεται καινούργια παπούτσια και ένα μέλλον γόνιμο
γεμάτο με κουτσούβελα να τρέχουν στις πλατείες με τυρόπιτες λαδωμένες στα χέρια
μια πόλη δανειστική
ξέρει να δίνει με τόκους και να τους επιστρέφει πίσω τυλιγμένους με μεταξωτές κορδέλες
και γω κάθε φορά
πείθομαι για την αγάπη της


α. επίθετη

έχω ακούσει τα βραδιά 5 εκατομμύρια
να καταθέτουν συγχρονισμένα
πως είσαι η πιο αδίστακτη απ’ όλες
συγχρονισμένα 5 εκατομμύρια σκαρφαλώνουν και
ισορροπούν πάνω στα καλώδια των τρόλεϊ
παίζοντας κορώνα/γράμματα πως θα έχεις από κάτω απλωμένο το χέρι
είσαι η πιο αδίστακτη ακούω κάθε βράδυ
κι οι ψίθυροι τους μένουν να βουίζουν
στα ηχεία των σπιτιών, στα ηχεία του μετρό
στους ασυρμάτους των μπάτσων
που πιάνουν αυτές τις απόκοσμες συχνότητες
κι ένας ένας, 5 εκατομμύρια κάνουν τη βουτιά
ή γυρνάνε σπίτι κλαίγοντας
καταλογίζοντας σου ο καθένας
5 εκατομμύρια αμαρτίες
κι εγκλήματα που έχεις διαπράξει
μου φωνάζουν από κάθε μπαλκόνι απόψε
για το πόσο αδίστακτη είσαι
κι εγώ τους πιστεύω
είσαι μια πόλη σαν άδειο σπίτι
που κανείς δεν έφερε ούτε μισό έπιπλο
και που όλοι κατέστρωναν το μεγάλο πλάνο εξόδου τους
χαράζοντας το στο παρκέ σου
είσαι η πόλη που όποιος θεός υπήρξε, καταράστηκε
με το να μην σ’ αφήσουν ποτέ τα παιδιά σου
όλοι φωνάζουν από κάθε μπαλκόνι απόψε
και τραγουδάνε για το τι είσαι
κι εγώ τους πιστεύω όλους
απόψε όλα τα δάκρυα μας τρέχουν για ‘σενα
μια μάνα με 5 εκατομμύρια εχθρούς
τρέχουν από τους σωλήνες και κατεβαίνουν στις αποχετεύσεις
τραγουδάμε και σε χαζεύουμε απόψε
και τα τσιμέντα σου, μας εμποδίζουν απ’ το να δούμε
αν στ’ αλήθεια γελάς μαζί μας τώρα
ή αν σπαράζεις για έναν έναν από εμάς

letras aleatórias

MAIS ACESSADOS

Loading...